Ο
κύριος
Ντόμ
είχε
ώρα
μία
ανησυχία,
κάτι
τον
πείραζε
κάτι
του
έφταιγε
κάτι
τον
έτρωγε
και
στο
σβέρκο…
μια
μύγα
ήταν
εκεί
και
τον
ακούμπαγε
με
τις
ποδάρες
της
και
ενώ
καθόντανε
στο
σβέρκο
του
και
καθάριζε
με
τα
δύο
μπροστινά
της
πόδια
την
κεφάλα
της
συνέχεια,
πρόσεχε
συνάμα
με
όλες
τις
αισθήσεις
της
να
μη
την
γραπώσει
αυτό
το
περίεργο
όν
που
ήταν
επάνω
του.
Ο
κύριος
Ντόμ
όμως
δεν
ήθελε
καν
να
της
αλλάξει
το
σχέδιά
της….
Και
την
άφηνε
εκεί
να
τον
πιλατεύει
και
να
τον
γαργαλάει….
Ενώ
έριξε
ένα
κρυφοχαμογελάκι
η
ανησυχία
έφτασε
στα
χείλη
του
και
ξεστόμισε
τότε
την
όμορφη
πανέμορφη
καταπληκτική του λέξη… Ιονάθαααν που είσαι;;
Ο
Ιονάθαν
όμως
δεν
ήταν
εκεί…
δεν
ήταν
στα
πόδια
του
φαρδύς
πλατύς
με
το
κεφάλι
του
ακουμπισμένο
επάνω
στη
μία
του
παντόφλα…
δεν
ήταν
στο
παράθυρο
να
κοιτάει
τους
διαβάτες
από
τον
5ο
όροφο
της
πλατιάς
και
φουσκωμένης
σε
διαμερίσματα
πολυκατοικίας…
δεν
ήταν
στη
καρέκλα
να
ανοιγοκλείνει
τα
μάτια
του
και
να
προσπαθεί
να
αποκωδικοποιήσει
τις
σκέψεις
του…
δεν
ήταν
..
Μα
που
είσαι
Ιονάθαν;
Ο
κύριος
Ντόμ
πήγε
στην
κάμαρή
του
να
κοιτάξει
άλλη
μία
εκεί
στο
μαξιλάρι
του….
Ύστερα
πήρε
το
καπέλο
του
και
πήγε
στη
πόρτα…
έπιασε
το
πόμολο
γύρισε
προς
το
δωμάτιο…
πήρε
την
απόφαση ότι, δεν ήτανε κει.
Το
ασανσέρ
πάλι
δε
δούλευε,
έπρεπε
να
κατέβει
με
τα
πόδια
κάτω…
η
σκάλα
βαριά
από
κείνες
τις
ξύλινες
με
το
βαρύ
κάγκελο
και
κείνο
το
τρίξιμο
της
κουπαστής…
ένιωθες
πως
θα
φτάσεις
κάτω
άξαφνα
και
γρηγορότερα
απ΄τ΄ασανσέρ…
μόνο
ένιωθες
όμως,
στη
πραγματικότητα
η
πολυκατοικία
ήτανε
καλοδιατηρημένη
και
σχετικά
καλοστεκούμενη.
Ο
κύριος
Ντόμ
ήταν
βαρυδραστικός
και
ψηλός
και
με
το
καπέλο
να
τον
κάνει
ακόμα
ψηλότερο
βγήκε
τώρα
έξω
στο
πεζοδρόμιο
της
οδού
Χέλογιε.
Η
φαντασία
του
του
είπε
να
πάει
αριστερά,
εκεί
που
η
γωνία
ήταν
πιο
κοντά
και
τα
συνοδευτικά
σπίτια
της
πολυκατοικίας
ήταν
χαμηλά,
μονόροφα,
με
φαρδιές
γραμμές
εμπρός
τους,
μεταφρασμένες
σε
κήπους
άλλοτε
σε
βεράντες
σχεδιασμένες
για
κούνιες
και
πολυθρόνες
Α!
η
κυρία
Σίγκριντ
καθόνταν
σε
μία
σύνθεση
και
των
δύο,
καθόντανε
σε
μία
κουνιστή
πολυθρόνα
και
βλέποντας τον κύριο Ντόμ αναφώνησε …
-Κύριε Ντόμ.. τη καλημέρα μου
-Καλημέρα κυρία Σίγκριντ Ναααα ξέρετε.. μήπως είδατε τον Ιονάθαν σήμερα καθόλου;
-Μα καθόλου δεν τον είδα κύριε Ντόμ, ίσως να είναι κάπου κει προς τον φούρνο μήπως Πάλι;
-Μάλιστα κυρία Σίγκριντ Και γώ αυτό σκέφτηκα… θα κινήσω κατά κει, σας ευχαριστώ !!
Και
κίνησε
κατά
κει..
δεν
ήταν
μακριά.
Να!
ώς
την
άλλη
γωνία.
Με
τα
φαρδιά
του
παπούτσια
θα
έκανε
την
διαδρομή
ώς
την
οδό
Άβαγκεν ακόμα πιο γρήγορη σε χρόνο απ’ ότι εμείς με τις πιο μικρές εκτάσεις χαχαχα…
Η
ώρα
ήταν
ήσυχη
έξω
στο
δρόμο.
Οι
διαβάτες
είχαν
φτάσει
στις
οικίες
τους
καθώς
ο
ήλιος
έγερνε
τα
μάτια
του
στη
δύση.
Οι
εργασίες
είχαν
τελειώσει
και
η
Παρασκευή
έδινε
στη
περιοχή
διάλειμμα
από
την
βουή
και
την
ένταση
στην
ατμόσφαιρα…
αυτή
η
καταπληκτική
Παρασκευή...
και
να,
ο
Φούρνος
απέναντι
είχε
την
πόρτα
του
κλειστή…
ο
Ιονάθαν
δεν
ήταν
εκεί
άρα…
και
σκέφτηκε
ν’
ανάψει
τη
πίπα
του…
να
πάει
λίγο
πιο
κάτω,
να-
λίγο
πιο
κάτω
στο
διάσελο,
ανάμεσα
στο
Φούρνο
και
στην
βιομηχανική
εγκατάσταση
κατασκευής
κάρβουνου..
κάπου
εκεί
ανάμεσα
έβλεπες
την
φύση
πίσω
από
τα
χνώτα
της
πόλης.
Έστριψε
στο
δρομάκι
για
να
φτάσει
στη
πλάτη
του
φούρνου.
Έφτασε,
είδε
τη
φύση,
τ’
απλωμένα
λιβάδια
σίτου,
είδε
τις
ανοιχτωσιές
του
δάσους
ακόμα
πιο
μακρύτερα,
γύρισε
αριστερά…
είδε
τον
Ιονάθαν
να
κοιτάζει
αμέριμνος..
εκείνος
γύρισε..
είδε
το
κύρη
του,
του
έκανε
το
νιάρικο
χαδιάρικο
αναφώνημα
και
ξαναγύρισε
το
βλέμμα
του
στη
φύση…
ένωσαν
τα
βλέμματά
τους στο ατέλειωτο πράσινο χαλί… μείνανε κει ώρα μπόλικη.