Η μουσική καταπληκτική, το διάστημα μεταξύ αναπάντεχου και ευχαρίστησης έκλεισε και τώρα ήταν μέσα στη κουζίνα του ανάμεσα στα μυρουδικά και στα διάφορα άλλα υλικά που είχε μαζέψει για τη μακαρονάδα του. Είχε βάλει το νερό να βράζει.. έτσι ναι μπόλικο νερό για να είναι άνετα μέσα τα μακαρόνια και μόλις που είχε προσθέσει μιά μυτούλα αλάτι και μιά κουταλίτσα κουρκουμά. Καθώς έβλεπε το νερό να κοχλάζει μέσα, έβγαλε τα μακαρόνια από το πακέτο και τα άφησε απαλά στη κατσαρόλα. Τα μακαρόνια γλίστρησαν στο χείλος της και έφτιαξαν τις ακτίνες του ήλιου σαν από γλυκό απόγευμα που φεύγει ο ηλιάτορας και αποχαιρετά όλους εμάς για να μας αφήσει να ταξιδέψουμε στ’ αστέρια και στο βάθος της νύχτας. Άρχισαν σιγά σιγά αυτά να λικνίζονται στο χορό των δεσποινίδων μπουρμπουλήθρων και του κυρίου βρασμού. Εκείνη την ώρα άφησε τη φωτιά στο πιο χαμηλό της σημείο και έπιασε τα κρεμμύδια να τα κόψει μαζί με τις ντοματούλες και τις πιπερίτσες τις μακρόστενες μα άγριας ομορφιάς. Το μαχαίρι λες και τόξερε από χρόνια πολλά, όταν ξαφνικά.. -Έλααα Ντόοοοομ -Μάλιστα Καπετάνιο -Φτιάξε μας ορέ μιά πο κείνες τις μακαρούνες σου να φάμε.. άντε γιατί μεσιάζ΄η μέραααααα -Μάλιστα Καπετάνιοοοο Η σκηνή τούρθε στο νού όταν είχε πιά τελειώσει το κόψιμο και είχε λήξει η προετοιμασία της σάλτσας. Έκλεισε τη φωτιά από τα μακαρόνια και τα έβγαλε με μια μακριά πιρούνα σε μια μπασίνα. Έβαλε τη τηγάνα στη φωτιά, έβαλε μέσα βούτυρο και το άφησε λίγο να γρυλίσει. Έριξε τα κρεμμύδια, τα άφησε κι αυτά λίγο να συναντηθούνε και να χαιρετηθούνε με το βούτυρο και μετά πρόσθεσε μέσα τις πιπερίτσες… στο τέλος έβαλε τη ντομάτα που την είχε περάσει από τον τρίφτη. Και καθώς είχε αρχίσει το ανακάτεμα πήρε μια κουτάλα από το νερό της κατσαρόλας έριξε μέσα ένα σφινακοπότηρο ουίσκι και το έβαλε στη τηγάνα…. Ανακάτευε συνεχώς όταν ξαφνικά.. -Έλα ορέ Ντόοοομμμ.. έτοιμα ορέ τα μακαρούνια; -Ναι Καπετάνιο.. ελάτε όλοι στη τραπεζαρίαααα Και ο καπετάνιος χτύπησε τη κουδούνα δυό φορές, που ήταν το σύνθημα του φαγητού… μόνο που η κουδούνα χτύπησε τρεις φορές τώρα… Ο κύριος Ντόμ ξαφνιάστηκε και άφησε τη κουτάλα και πήγε στη πόρτα.. τελικά ήταν το κουδούνι. -Ο κύριος Ντόμ -Μάλιστα -Από το καθαριστήριο, σας έφερα το φόρεμα -Ευχαριστώ παιδί μου. Τι χρωστάω; -Εμένα μούπε τ΄ αφεντικό μου να τ’ αφήσω και να φύγω, ευχαριστώ πολύ, γειά σας -Γειά σου παιδί μου, θα περάσω από το καθαριστήριο πες στον κύριο Στρούμ -Έγινεεεεεεε… και το παιδί χάθηκε δρασκελίζοντας τις σκάλες…

Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα

κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται

μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ

κι εσείς του ξίφους

* * ε β ί ν α * *