-Ο κύριος Ντόμ
-Μάλιστα
-Από το καθαριστήριο, σας έφερα το φόρεμα
-Ευχαριστώ παιδί μου. Τι χρωστάω;
-Εμένα μούπε τ’ αφεντικό μου να τ’ αφήσω και να φύγω.. ευχαριστώ πολύ, γειά σας
-Γειά σου παιδί μου, θα περάσω από το καθαριστήριο πες στον κύριο Στρούμ
-Έγινεεεεεεε… και το παιδί χάθηκε δρασκελίζοντας τις σκάλες
Έκανε
να
κλείσει
τη
πόρτα
και
τότε
άνοιξε
η
πόρτα
του
ασανσέρ.
Ο
Τζέϊμι
και
η
Άσγκρεντ
δρασκέλισαν
την
απόσταση
και
βρέθηκαν στην αγκαλιά του κύριου Ντόμ
-Πατέρα αχχχ τι ωραίες μυρουδιές πάντα σ’ αυτό το σπίτι
-Τρεχάτε μέσα γρήγορα στη κουζίνα…σας περιμένει η τηγάνα – τελειώστε την ώσπου να φτιάξω εγώ το τραπέζι…
-Φύγαμεεεεε.. και τρέξαν τα δυό τους μέσα στη κουζίνα
-Ουφφφ Θέ μου τι τραβάω…
Είχε
μόλις
και
προλάβει
να
κρεμάσει
το
φόρεμα
στη
πλάτη
της
πόρτα
εκεί
που
είχε
μιά
μικρή
διπλή
κρεμαστρούλα.
Πήρε
το
φόρεμα,
το
έβγαλε
γρήγορα
γρήγορα
από
το
χαρτί
συσκευασίας
του
καθαριστηρίου
και
το
άφησε
στη
μιά
πλευρά
του
καναπέ.
Έκανε το χαρτί ένα κουβάρι και τόβαλε μέσα στο πρώτο συρτάρι που βρήκε εμπρός του.
-Μα τι έχει φτιάξε εδώ ο πατέρα σου
-Είδες; Μάγειρας παιδί μου !! εμμ είδες τι κάνουν 15 χρόνια στα καράβια; Να πάω και γώ;
-Εσύ να κάτσεις εκεί που κάθεσαι… άααλλος θάναι ο μάγειρας από δώ και στο εξής
-Άσγκρεντ.. ότι πεις εσύ !!!
-Πατέρα θα βάλουμε κάτι άλλο επάνω;
-Πάω στη βεράντα, θα φέρω εγώ
Η Άσγκρεντ έβαζε τα μακαρόνια και από πάνω τη σάλτσα ενώ ο Τζέϊμι κράταγε τα πιάτα.
-Εδώ
είμαστεεε..
έφερα
λίγο
βασιλικό
και
μερικά
ντοματίνια,
για
να
δούμε,
θα
τα
κόψω
σε
κυβάκια
γιατί
δε
πρέπει
να
τα
μαραίνουμε αυτά όπως και το βασιλικό, πρέπει να τα γευτούμε όπως είναι, ποιόοοος θέλει και λίγο σκόρδο;
Έριξε
τα
ντοματίνια,
έτριψε
κίτρινο
τυρί,
λίγο
σκόρδο
και
λευκή
σκληρή
μυτζήθρα
στη
συνέχεια.
Έβαλε
λίγο
από
το
θαυματουργό
του
λαδάκι,
έκοψε
με
τα
χέρια
το
βασιλικό
και
στόλισε
τα
πιάτα..
Πήγαν
στη
σάλα
και
απόλαυσαν
τη
μακαρονάδα
τους με γέλια και σούξου-μούξου…
-ααα εδώ ήσουνα συ και νόμιζα ότι σ’ είχα βάλει στη ντουλάπα
-εεε τόσες μέρες εκεί σε περιμένει το φόρεμά σου, έτρεξε να συμπληρώσει ο κύρος Ντόμ
-σου έκανε καλή παρέα τουλάχιστον;
και τα γέλια πήγαν σορολόϊ…