Το μυστήριο είχε αρχίσει. Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη ήταν στολισμένη με το νιόπαντρο ζευγάρι, αυτό έφτανε για να φωτίσει τον ιερό χώρο ακόμα πιό πολύ. Ο κύριος Ντόμ παρακολουθούσε καθισμένος δεξιά στα έδρανα όταν εν μέσω της λειτουργίας ξαφνικά ένιωσε μιά παρουσία δίπλα του η οποία του έπιασε το χέρι. Γύρισε και είδε την Φρίντα… -Μόλις και πρόλαβα Ο κύριος Ντόμ χαμογέλασε και οι δυό τους συνέχισαν να παρακολουθούνε τη γαμήλια ακολουθία. Ο πάτερ έκανε τη τελετή αργά και επιβλητικά και όταν η ώρα για τα στέφανα ήρθε, η θεία έκανε την αλλαγή. Το ζευγάρι τότε ενώθηκε εις σάρκα μία και η τελετή σιγά σιγά έφτασε προς το τέλος της. Το χειροκρότημα από τους παρευρισκόμενους έδωσε την έναρξη μιάς όμορφης ευχής. Την ώθηση με καλή υγεία, δύναμη, πίστη για μιά όμορφη και με Θεό έναστρη ζωή. -Υπέροχοι κι οι δυό -Και συ υπέροχη είσαι Φρίντα. Ευχαριστώ που ήρθες… Η Άσγκρεντ και ο Τζέϊμι έφυγαν με το παλιό εκείνο τεράστιο βόλβο του πατέρα τους και οι υπόλοιποι βγήκαν στην απογευματινή πόλη για να περπατήσουν ώς το σπίτι. -Άσγκρεντ... -Τζέϊμι…

Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα

κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται

μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ

κι εσείς του ξίφους

* * ε β ί ν α * *