Τζέϊμι, αυτή είναι η φωτογραφική μου μηχανή. Εδώ σούχω και 3 φίλμ 24άρια, είναι αρκετά για να μπορέσεις να αποθανατίσεις διάφορα πράγματα και τοπία. Δε θέλω κάτι συγκεκριμένο εγώ, κοίταξε διαχειρίσου τη περίσταση αφού θα πάς σε μιά τόσο μακρινή χώρα, όσο καλλίτερα μπορείς. -Ναι πατέρα μείνε ήσυχος. Θα κοιτάξω να βγάλω όσο μπορώ πιό καλές. Φλάς; -Φλάς εδώ μέσα στη σακούλα έχω 4 τεσσάρια. Ξέρεις μπαίνει να εδώ και κουμπώνει πατώντας προς τα κάτω. -Ναι μια χαρά.. α ! θέλεις κάτι ιδιαίτερο από κει; -Ναι -Τι; Έχεις κάτι κατά νου; -Ναι… να περάσετε καλά !! Ο Τζέϊμι χαμογέλασε το ίδιο και η Άσγκρεντ που εκείνη την ώρα έμπαινε στη σάλα. Αγκαλιάσανε τον κύριο Ντόμ ο οποίος τους πήγε εώς τη πόρτα. -Άντε πηγαίντε γιατί η μητέρα σας περιμένει κάτω στο τεράστιο κίτρινο ταξί. Να είστε ήσυχοι και καλή αντάμωση. -Καλή αντάμωση πατέρα… Πίσω η πόρτα έκλεισε αφήνοντας μέσα στο δωμάτιο μιά ανάσα βαθιάς ικανοποίησης. Είχε κάνει το καθήκον του και με το παραπάνω. Τα παιδιά του είχαν πάρει πιά το φωτεινό δρόμο. Πήγε στο παράθυρο και είδε τη Φρίντα. Εκείνη με το λευκό φόρεμα με τις ροζ αποχρώσεις και τη βυσσινή βαριά δαντέλα σα γείσο στο τελείωμα. Συνήθιζε πάντα να φοράει λευκά φορέματα με αφελείς ξεθωριασμένους χρωματικούς παράγοντες του θαλασσί και του ροζ. Και κείνα τα καπέλα της… ολόκληρη συλλογή. Ένα για κάθε χρωματική αφέλεια. Ένα στο σκούρο βυσσινί μεγάλο καπέλο που έδινε επιμελώς μία καλοστημένη γυναικεία ευρηματικότητα στο ντύσιμο. Η μόδα την άφηνε αδιάφορη, είχε τη δικιά της μόδα να εκθέσει μιάς και τα ρούχα της τα έφτιαχνε η ίδια. Η Φρίντα ήταν πάντα καλοπροαίρετη στο ντύσιμο, ναι. Τώρα ζούσε μακριά του τόσο καιρό… -Εσύ στα καράβια εγώ στ’ αεροπλάνα κάθε φορά κι αλλού συναντιόμαστε -Θα γυρίσω θα μείνουμε μαζί για πάντα -Πήρα μια δουλειά στη Βραζιλία. Πολύ καλή χρηματική απόδοση. Θα λείψω πάνω από δέκα χρόνια. Καλλίτερα να χωρίσουμε με απλότητα -Το πήρες απόφαση -Όσο δε μπορώ μακριά σου δε μπορώ να βρώ τις ώρες κοντά σου… Έφυγε όταν εκείνος ήταν στα βάθη της θάλασσας. Το γράμμα τελείωνε με ένα ερωτηματικό… ‘’σα να μην ήταν αυτή η ώρα;’’ Άνοιξε το συρτάρι και έπιασε το γράμμα. Η Φρίντα κάτω έμπαινε τελευταία στο ταξί, της έδωσε έναν χαιρετισμό… δεν τον είδε.

Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα

κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται

μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ

κι εσείς του ξίφους

* * ε β ί ν α * *