Οι μέρες περνάνε άλλοτε σαν κάνει πως δε θέλει, άλλοτε που δε θέλει και καθόλου. Κατέβηκε αυτή τη φορά από τη σκάλα κι ας ήταν το ασανσέρ φτιαγμένο. Ο Ιονάθαν έβλεπε τον κύρη του από το κεφαλόσκαλο. Έκανε ένα απαλό νιαούρισμα και άρχισε να κατεβαίνει κι αυτός κάτω ένα ένα τα σκαλιά. Φτάσαν μαζί στην είσοδο. Περπάτησαν λίγο… -Καλημέρα σας κύριε Ντόμ -Καλημέρα σας κυρία Σίγκριντ -Αν θέλετε ελάτε να πάρουμε μαζί ένα ρόφημα. Είναι ακόμα πολύ πρωί Όντας ήταν πολύ πρωϊ.. μα τι τον βίαζε, τι τον καλούσε, τι τον έσπρωχνε να πάει κάπου; -Κυριά Σίγκριντ να σας δώσω ένα ραντεβού για αύριο την ίδια ώρα.. θάθελα να σας μιλήσω -Μάλιστα κύριε Ντόμ, όπως νομίζετε εσείς καλλίτερα Περπάτησε αρκετά, δίπλα του ο Ιονάθαν μπερδευόντανε στιγμές στιγμές στα πόδια του ωσάν να ήθελε να τον σταματήσει.. Έϊιιιι… που πας, που πάμε.. μήπως ξεμακρύναμε πολύ; μήπως δεν έπρεπε νάρθω εδώ μαζί σου σ’ αυτά τα ξένα μέρη; Νιάουυυυυ… -Έλα Ιονάθαν, αφού ήρθες ώς εδώ έλα.. φτάσαμε.. υπομόνεψε λίγο ακόμα… Μα λές και μιλάγανε αυτοί οι δύο. Λές και μίλαγε ο Ιονάθαν στο μυαλό του κύρη του και κείνος απαντούσε δραματικά γρήγορα. -Να, φτάσαμε…. Μπροστά τους απλωνόντανε η λίμνη. Αυτή η Τεράστια λίμνη με τα γαλαζοπράσινα νερά.. και πιο μακριά η γέφυρα. Εκεί από κάτω ήταν η παιδική του ηλικία. Την είχε αφήσει εκεί να κάθετε και να περιμένει τις σκέψεις, που γινόντουσαν αποφάσεις, που ανδρώνονταν και αποκτούσαν ‘’ψυχή’’ ύφος και περπατούσαν στα μονοπάτια της ζωής.. εκεί οι σκέψεις μεταμορφωνόντουσαν σε έργα κι αποκτούσαν διαστάσεις. Ο κύριος Ντόμ κάθισε στο παγκάκι της λίμνης. Μπροστά του πέρναγαν οι πρωινοί περιπατητές και κάποιοι που βάδιζαν γρήγορα.. ‘’όχι, όχι δε θέλω βιασύνες σήμερα’’ και γύρισε αλλού το βλέμμα του. Ήταν κάτι που έπρεπε να πάρει απόφαση και το σκεφτόταν πολύ καιρό.. άφησε το βλέμμα του να ταξιδέψει στην επιφάνεια της λίμνης.. στον απαλό καθρέπτη τον ακούνητο. Άρχισε το ψιλόβροχο, οι κύκλοι άρχισαν να διακτινίζονται σε όλο το πλάτος της επιφάνειας. Ο ένας μέσα από τον άλλον γεννιόνταν συνέχεια.. ο ένας μέσα από τον άλλον, ο ένας μέσα από τον άλλον έτρεχε να βρει τα όρια του προηγούμενου.. μα μάταια. Ήταν πάντα μιά νέα αρχή, ένας νέος κύκλος, μιά νέα γέννηση.. ποτέ ο κύκλος δε έβρισκε τα όρια του άλλου…ποτέ; Ούτε στο αχνοφανές τέλος τους; Η βροχή όμως δυνάμωνε, οι κύκλοι πύκνωναν, οι κορόνες άρχισαν να περιφέρονται στην επιφάνεια όλο και πιό πολλές τώρα. Η βροχή δυνάμωσε… άνοιξε την ομπρέλα του, ο Ιονάθαν ανέβηκε στα πόδια του, από μακριά κάποιος ζωγράφιζε τη λίμνη, τους κύκλους, τα δέντρα, τον άνθρωπο στο παγκάκι με την ομπρέλα και τον κατάλευκο γάτο στη ποδιά του.. ήταν ο Μέλλοντας, αυτός ο αδιάφορος Μέλλοντας που περίμενε τις νέες αποφάσεις του κύριου Ντόμ.. με το πινέλο στα χέρια ετοιμάζονταν να φτιάξει τον επόμενο και τον επόμενο και τον επόμενο πίνακα…βάση με τις αποφάσεις πάντα.. των ανθρώπων. Σηκώθηκε, άφησε τον Ιονάθαν στο χώμα που μοσχοβολούσε και πήγε στην άκρη. Είδε κάτω την επιφάνεια του καθρέπτη.. είδε το μέλλον. -Πάμε Ιονάθαν.. πάμε να φτιάξουμε το μέλλον μας !!

Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα

κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται

μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ

κι εσείς του ξίφους

* * ε β ί ν α * *