Στο σπίτι επικρατούσε πυρετώδης προετοιμασίες.. το σκούπισμα, το καθάρισμα των τζαμιών και το τίναγμα όλων των καλυμμάτων είχε τελειώσει και τώρα η κουζίνα είχε μπει στο στόχαστρο. Η κυρία Χάνα ερχόντανε για καθαριότητα κάθε πρώτη του μηνός, αλλά τώρα υπολείπονταν ημέρες και έπρεπε όλα να είναι εντάξει προτού την αλλαγή του μήνα. Οπότε έπεσε το βάρος επάνω του, όχι πολύ αλλά έπρεπε να γίνουν κάποια… συμμαζέματα. Ο Ιονάθαν -από τη πλευρά του- έτρεχε μέσα σε κλίμα πανζουρλισμού από δω και από κει κάνοντας σλάλομ στα γυαλιστερά φρεσκοπλυμένα πατώματα… Κάνε Κάνε γυάλισμα εσύ καλέ μου.. ο κύριος Ντόμ τούδινε διαταγές και κείνος εκτελούσε; Του είχε αδυναμία αλλά δεν τον είχε πολύ καιρό ωστόσο. Τον είχε βρει στο πάρκο λιτοδίαιτο πίσω από μία φυλλωσιά. Νιαούριζε λες και τον είχαν κουρδίσει, όταν εκείνος τον πήρε αγκαλιά και τον πήγε σπίτι. Έλα δω γατάκι τι έπαθες; Ο κύριος Ντόμ έβγαλε το καπέλο του και μπήκε μέσα στη φυλλωσιά. Εισχώρησε τόσο, όσο να δει τελικά το γατάκι που φώναζε. Έκατσε κάτω, άπλωσε απαλά το χέρι εμπρός του και προς τα κάτω, εκείνο σταμάτησε να νιαουρίζει και τότε το χάιδεψε. Μετά το έπιασε με τα δυό του χέρια και το έβγαλε έξω από τη φυλλωσιά. Τι συμβαίνει γατάκι; Έλα, πάμε στο σπίτι να φάς και να ξαποστάσεις… και μετά θα δες τι θα κάνεις. Ο κύριος Ντόμ το έβαλε στην αγκαλιά του και περπάτησε ώς το σπίτι. Ανέβηκε από τις σκάλες, γιατί δεν ήθελε να τρομάξει το γατάκι με τον εγκλεισμό του στο ασανσέρ. Το ασανσέρ εντωμεταξύ έκανε και κείνον το περίεργο ήχο, λες και πέρναγαν τραίνα, καράβια και αεροπλάνα μαζί. Όχι, δεν ήθελε να τον τρομάξει τόσο, αρκετά ήταν τρομαγμένο και φανερά… πεινασμένο. Εκείνη τη μέρα έφαγε τον περίδρομο, ήπιε και μιά λίμνη νερό και κοιμήθηκε σε ένα μαξιλάρι δίπλα από το παράθυρο. Την άλλη μέρα ο γάτος έκανε την γενική του περιήγηση μέσα στο σπίτι και από τότε έβγαινε μία στο τόσο για γενικές βόλτες στη γειτονιά. Αγαπημένη του γωνιά και ο φούρνος. Ο Ιονάθαν είχε γίνει ο ξαφνικός καλός επισκέπτης του αρτοποιείου. Του άρεσαν οι μυρωδιές, του άρεσε το περιβάλλον, ποιός να ξέρει. Το σίγουρο είναι ότι ο Φούρνος, ήταν γι’ αυτόν μιά βόλτα… στην εξοχή !!! Και φυσικά εκεί πήρε και το όνομά του. Ο Φούρναρης του έδωσε το δικό του όνομα. Οι φουρνάρησα-γυναίκα του χάρηκε τόσο που γέλαγε κοροϊδεύοντας τον άντρα της αρκετές φορές την ημέρα λέγοντάς τον Νιαουράκο !! Ίσως ήταν και ένα υποκοριστικό καλή συζυγίας, ποιός να ξέρει; Ο Ιονάθαν γλυκά νιαούρισε, λές και είπε στο κύρη του, τέλειωσα με το γυάλισμα του πατώματος.. τι άλλο να κάνω τώρα; Και κείνος του είπε Βγές… πήγαινε τη βόλτα σου, έλα όποτε-όποτε θέλεις να πάρεις το χαρτζιλίκι για την εργασία που έκανες…. Και κείνος πήγε στη πόρτα. Ο κύριος Ντόμ του άνοιξε και του είπε… Άντε τζαναμπέτη, καλή βόλτα !!! Ούφφ τι μου μένει ακόμα; Α! να πάω στο μπακάλικο για τα υπόλοιπα ψώνια, να πάρω τηλέφωνο να έρθουνε για να καθαρίσουνε το τζάκι και τη καμινάδα, να φτιάξω τη σούπα με τα μανιτάρια να να να να χαχαχα .. άντε και τελείωσα, όλα θα πάνε καλά στο τέλος !!

Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα

κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται

μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ

κι εσείς του ξίφους

* * ε β ί ν α * *