Ο
κύριος
Ντόμ
πέταξε
τη
κουβέρτα
από
πάνω
του,
σηκώθηκε
γρήγορα
έβαλε
τις
παντόφλες
του
και
πήγε
στη
πόρτα…. Το κουδούνι συνέχισε να χτυπά.
-Μα ποιός, ααα το ρολόϊ
Πήγε
πάλι
στη
κάμαρή
του
και
έκλεισε
το
ρολόϊ.
Επιτέλους
το
άκουσε
και
ήταν
από
τις
λίγες
φορές
μετρημένες
στα
δάχτυλα. Ξανάπεσε στο κρεβάτι, ο Ιονάθαν πήγε πάνω του και άρχισε τα νιαουρίσματα.
-Τι συμβαίνει Τι είναι Σηκώνομε σηκώνομε.. το είχα βάλει μιά ώρα πριν γατούλη μου μη στενοχωριέσαι
Είχε
βάλει
το
ρολόϊ
του
να
ξυπνήσει
για
το
ραντεβού
του
στη
τράπεζα.
Ο
Ιονάθαν
όμως
δε
στεναχωριόνταν
γι΄αυτό
αλλά
ήταν
έκπληκτος
του
ότι
σηκώθηκε
καθώς
χτυπούσε
το
ρολόϊ
πράγμα
που
δεν
είχε
ξαναγίνει
και
ένιωσε ότι κάτι σημαντικό θα γινόντανε.
Ο
κύριος
Ντόμ
σηκώθηκε
μετά
από
λίγο
και
πήγε
προς
τη
τζαμόπορτα
που
έβλεπε
στην
οδό
Χέλογιε.
Το
χιόνι
είχε
δημιουργήσει
μιά
παχιά
δόση
άσπρου
αφρού
παντού.
Δε
χιόνιζε
όμως
εκείνη
την
ώρα
και
μόλις
έβγαινε
και
ο
ήλιος
στον
ορίζοντα.
Το
σημαντικό
ραντεβού
του
στη
τράπεζα
σήμερα
είχε
αρχίσει
να
κατηφορίζει
προς
την
ώρα
του…
πήγε
να
ετοιμαστεί.
Φόρεσε
το
βαρύ
καφέ
πανωφόρι
του,
πήρε
το
καπέλο
του,
δε
ξέχασε
τη
πίπα
του
στο
τραπεζάκι του παραθύρου, άνοιξε τη πόρτα έκλεισε πίσω του και πήρε το ασανσέρ.
Βγήκε
έξω
στο
καθαρό
δροσερό
πρωϊνό
κλίμα
με
το
χιονάκι
κάτω
να
είναι
σα
πούδρα
απάτητη
μιάς
και
ο
δρόμος
αυτός
της
περιοχής
δεν
ήτο
πολυσύχναστος.
Έφτασε
στο
αμάξι
του
και
επιβιβάστηκε.
Έβαλε
μπροστά
τη
μηχανή
και άρχισε να κινείτε στους λευκούς δρόμους της πόλης με κατεύθυνση τη τράπεζα.
-Τι έχεις Τζέϊμι;
-Σκέφτομαι τον πατέρα μαμά, τι να κάνει τώρα;
-Θα
κοιμάται
προφανώς
Σάββατο
σήμερα
ή
θα
χουχουλιάζει
στο
τζάκι..
τώρα
θάναι
12
ηώρα
εκεί
γιατί
έχουμε
τέσσερες ώρες διαφορά. Φώναξε την Άσγκρεντ σας έχω ετοιμάσει πρωϊνό, σήμερα σας έχω μιά έκπληξη…
-Ναι Φρίντα μου Ναι μαμάααααα
-Ωχ… ξέχασα το φάκελο στο σπίτι..
Ο
κύριος
Ντόμ
έκανε
στροφή
στο
επόμενο
τετράγωνο
και
κατευθύνθηκε
προς
το
σπίτι..
είχε
ξεχάσει
το
φάκελο
τραπέζης και μονολογούσε….
-Ωχ… 12 ηώρα, θα χάσω το ραντεβού…. Ας τρέξω λίγο…