Ο κύριος Ντόμ ανέβηκε γρήγορα με το ασανσέρ στο σπιτικό του, άνοιξε τη πόρτα μπήκε μέσα και πήγε στο τραπέζι της σάλας. Εκεί βρήκε τον φάκελο. Τον άνοιξε και πήγε να φύγει… το μάτι του έπεσε στο ημερολόγιο -Ε; Ήτανε Σάββατο, τα πάντα κλειστά… -Ωχ…. Η ησυχία, το απάτητο χιόνι στο πεζοδρόμιο, η κυκλοφορία στο δρόμο που ήτανε μόνος τους, η Κυρία Σίγκριντ που δεν του είπε Καλημέρα… είχε ξυπνήσει δυό μέρες πιο πριν.. το ραντεβού ήταν τη Δευτέρα.. το μυαλό του ήτανε όμως στο ραντεβού του στη τράπεζα. Το ραντεβού με το άγχος μόλις τελείωσε. Άφησε το φάκελο, πήγε στη καρέκλα του μπροστά στη μπαλκονόπορτα και κάθισε. -Δεν είμαι πιά εγώ. *σκέφτηκε -Πέρασα σε άλλη διάσταση, είναι φανερό πιά. *σκέφτηκε ξανά Η αρχή είχε μόλις αρχίσει… και τότε θυμήθηκε τη στιχομυθία που είχε με τη κυρία Σίγκριντ…. -Ναι κύριε Ντόμ, πρέπει να κάνετε κάτι καινούργιο και για σάς τώρα. Τώρα πλέον τα πάντα είναι έτοιμα γύρω σας -Αυτό ήθελα να σας συμβουλευτώ… -Και δεν είμαι γώ που θα σας προτρέψω κύριε Ντόμ. Οι αποφάσεις πάντα είναι δικές σας, οι αποφάσεις είναι του καθενός, απλά θα έλεγα ότι ένα σπρώξιμο ίσως θα μπορούσα και να σας δώσω.. ίσως -Καλοσύνη σας -Δε θα τόλεγα έτσι, απλά, θάθελα να σας λέω καλημέρα τα πρωϊνά. Αν η γνώμη μου συμπεριφερόντανε με άλλους τρόπους και δη με άσχημα αποτελέσματα θα με κακοπαίρνατε -Ποτέ κυρία Σίγκριντ , άλλωστε μη ξεχνάτε ότι ήρθα να ρωτήσω τη γνώμη σας… από μόνος μου -Και το εκλαμβάνω ώς συμπαθές αυτό κύριε Ντόμ. Προχωρήστε παρακαλώ. . Προχωρήστε σε ότι έχετε σκεφτεί και θα δείτε ότι όλα θα πάνε καλά… (επεισ.45)

Ανεβαίνοντας χάθηκα απ τα ανθρώπινα βλέμματα

κι ίσως τα όσα λέω ακατανόητα φαίνονται

μα είναι που εγώ την γλώσσα των λουλουδιών χρησιμοποιώ

κι εσείς του ξίφους

* * ε β ί ν α * *